Συνέντευξη - Μαρίκα Κλαμπατσέα

Από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις, που θα έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε, είναι η συναυλία της σοπράνο, Μαρίκας Κλαμπατσέα, που τιτλοφορείται «Τα Τρένα»  στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών...

Μαρίκα Κλαμπατσέα

Από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις, που θα έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε, είναι η συναυλία της σοπράνο, Μαρίκας Κλαμπατσέα, που τιτλοφορείται «Τα Τρένα»  στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας, την Παρασκευή 4 Μαΐου στις 20.00 μ.μ.


Με αυτή την αφορμή συναντηθήκαμε την Κυριακή το πρωί, στο μουσείο της Ακρόπολης για να μας μιλήσει η ίδια σχετικά με το έργο αλλά και τη μουσική δραστηριότητα της γενικότερα. Με γλυκύτητα, μου χάρισε το cd της, με τα μελοποιημένα γράμματα της Καλάμιτυ Τζέην στην κόρη της, που κυκλοφόρησε το 2001 και θεώρησα καλό από εκεί να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας.


 

Πως επιλέξατε να καταπιαστείτε με την Καλάμιτυ Τζέην σαν θέμα;

Για τις δουλειές που κάνω πρέπει να με αγγίζει ψυχικά κάποιο θέμα και να με αντιπροσωπεύει. Δεν τραγουδάω απλώς κάποια κομμάτια, τυχαία. Σε πιο νεαρή ηλικία το έκανα, αλλά από ένα σημείο και μετά δεν αρκεί να τραγουδάς, επειδή έχεις ωραία φωνή (όπως το κρίνει ο καθένας αυτό) μόνο για το χειροκρότημα.


Για παράδειγμα, όταν ήμουν μικρή, κάποια παραμύθια με τρόμαζαν, όπως «η Χιονάτη και οι 7 νάνοι», οι νάνοι με τρόμαζαν, έβλεπα εφιάλτες. Το γεγονός αυτό στάθηκε η αφορμή να ασχοληθώ και να ψάξω, τί άλλες ιστορίες, πέρα από το κλασσικό παραμύθι της «Χιονάτης και των 7 νάνων» υπάρχουν. Και υπάρχουν όντως κάποια παραμύθια, ενός Ιταλού συγγραφέα, του 1634, που μας δίνει και την αρχική έκδοση του παραμυθιού, με κάποιες παραλλαγές. Έτσι σκέφτηκα και δημιούργησα τη «Χιονάτη και τις 7 ουλές», επειδή ακριβώς μέχρι τότε, οι νάνοι λειτουργούσαν ως ουλή στον ψυχισμό μου.

Και σε αυτό το σημείο θα πρέπει να πω ότι οι άνθρωποι στην Αγγλία είναι πιο ανοιχτοί και χαλαροί απ'ότι εμείς. Το Arts Council, με το που άκουσε τον τίτλο ενθουσιάστηκε αμέσως για να αγκαλιάσει το έργο μου. Στην Ελλάδα θα το έκριναν λίγο αρρωστημένο και δεν θα τύγχανε αποδοχής. Έτσι έχω κάνει άλλα δύο παραμύθια.


Φτάνοντας στην Καλίμιτυ Τζέην, προσπάθησα να προσεγγίζω το γυναικείο ψυχισμό της, να μας απαλλάξω από την εικόνα, που έχουμε γι αυτήν ως cartoon από το Lucky Luke.


 

Ωστόσο η Καλάμιτυ ήταν μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, σκληρός άνθρωπος, ενδεχομένως βέβαια εξαιτίας των βιωμάτων της, αλλά εσείς τι προσπαθείτε ακριβώς να δώσετε, την ευαίσθητη πλευρά της;

Προσπαθώ να δώσω τη γυναικεία πλευρά της, μέσα από τα γράμματα, που έγραψε στην κόρη της, που δεν είχε την ευκαιρία να δει ποτέ, λόγω προβληματικών καταστάσεων, ήταν πολεμίστρια, ήταν αλέγκρα σα γυναίκα, ήταν πλάσμα ερμαφρόδιτο, μη αποδεκτό για την εποχή εκείνη. Γι αυτό κι εγώ προσπάθησα προσεγγίζοντας την από την ανθρώπινη πλευρά της, να κάνω αποδεκτή τη διαφορετικότητα της.


 

Την Παρασκευή τι θα μας παρουσιάσετε;

Σε ένα ταξίδι μου στη Γερμανία αποφάσισα να επισκεφθώ το Νταχάου. Πηγαίνοντας εκεί διαπίστωσα πως είναι σαν το ίδιο το χώμα να λέει πάρα πολλά. Οι μνήμες υπάρχουν, είναι φορτισμένος ο χώρος. Αυτό που ένιωσα, ήταν τόσο δυνατό, που μ' έκανε να ασχοληθώ με τα τραγούδια, που γράφτηκαν την εποχή εκείνη.


 

Οπότε αυτό χρειάστηκε και αρκετή έρευνα, για να βρείτε όλο αυτό το υλικό.

Δεν θα ήθελα καρπωθώ τα εύσημα για την έρευνα. Η έρευνα και η συλλογή των κομματιών προϋπήρχαν ήδη. Εγώ απλώς επέλεξα αυτά που είχαν περισσότερο ενδιαφέρον και δεν είχαν τραγουδηθεί και πολύ. Μεταξύ αυτών υπάρχει κι ένα νανούρισμα το "Makh zu die Eygelekh" (Kλείσε τα Mατάκια), όπου ο συνθέτης, που το διασκευάζει, έχοντας κρατήσει από το αρχικό, ίσως μόνο το ρυθμό, αλλάζει όλους τους στίχους και από αυτούς που θα έλεγε φυσιολογικά μια μάνα στο παιδί ώστε είναι ένα πολύ γλυκό νανούρισμα, το μετατρέπει σε ένα τραγικό νανούρισμα που μια μάνα αφηγείται στο παιδί όλη την καταστροφή, που έχουν υποστεί και δεν ξέρουν καν ως πότε θα ζήσουν.


Η γλώσσα στην οποία είναι το τραγούδι είναι Yiddish, δηλαδή είναι Εβραιογερμανικά, στην Ελλάδα είναι πιο διαδεδομένα τα Εβραιοισπανικά, που λέγονται σεφαραδίτικα. Πολλοί μου λένε ότι η γλώσσα είναι βαριά, αλλά πραγματικά θα ήθελα ο κόσμος να ακούσει έτσι τους στίχους κι ενδεχομένως να ενοχληθεί από κάποιους, αλλά κυρίως να συμπάσχει.

Σε αυτούς τους στίχους δεν έχω επέμβει καθόλου. Δεν θα ήθελα ο ακροατής, που ενδεχομένως να έχει χάσει συγγενή του σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και θα έρθει στη συναυλία να ακούσει τον πειραματισμό μιας μουσικού, αντίθετα να ακούσει αυτούσια το πώς έχουν γραφτεί τα κομμάτια, με σεβασμό σε όσους υπέφεραν. Τα Yiddish τραγούδια βεβαίως είναι λυπητερά, αλλά όχι με την έννοια της υποταγής στη μοίρα, αλλά της υπομονής με όλα τα ψυχικά αποθέματα.


Την ενορχήστρωση την έχει κάνει ο Νίκος Χαριζάνος, ο οποίος έχει δουλέψει εκπληκτικά κι έχει δώσει μια σύγχρονη πνοή στα κομμάτια, ακόμα και στον Kurt Weill, τον οποίο θα ακούσετε, όπως δεν έχετε ακούσει ποτέ. Ακούγεται η «Όπερα της πεντάρας», από την οποία έχει κρατήσει μεν τη μελωδία, με εντελώς διαφορετική ενορχήστρωση.


Το θέμα των στρατοπέδων συγκέντρωσης κι εξόντωσης, θεωρούμε ότι έχει περάσει στην ιστορία. Ωστόσο είναι πολύ επίκαιρο και στη χώρα μας ακόμα να αναβιώνουμε φαινόμενα ακραία, για παράδειγμα συζητείται έντονα ότι είναι υπαρκτό ενδεχόμενο να μπει η «Χρυσή Αυγή» στη Βουλή. Το αποδίδετε στην  απόγνωση του κόσμου να εκφράσει τη δυσαρέσκεια του στο πολιτικό καθεστώς ή όντως πάσχουμε από ξενοφοβία και ρατσισμό;

Η παράσταση δεν έχει γίνει λόγω της επικαιρότητας, δηλαδή, επειδή λίγο αργότερα είναι οι εκλογές, έτυχε. Όμως είναι επίκαιρο θέμα. Στην Ελλάδα θεωρούμε ότι όλα τα δεινά προέρχονται από τους ξένους, υπάρχει ένας φυλετικός ρατσισμός κι αυτό με θυμώνει. «Τα τρένα» λοιπόν έχουν σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα, επειδή ακριβώς θέλω πολύ να τονίσω το θέμα με τους μετανάστες, της διαφορετικής φυλής που ξεκίνησε, επειδή κάποιος Χίτλερ θεώρησε τη δική του φυλή ανώτερη. Αυτός είναι ο λόγος λοιπόν που ταυτίζομαι και με όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, όσο μπορώ να ταυτιστώ, αφού είμαι ελεύθερη.

 


Γιατί δώσατε στη συναυλία τον τίτλο «Τα Τρένα»;

Ένα από τα συστατικά της συναυλίας, που μάλιστα δεσπόζει σε αυτήν, είναι η μουσική του Steve Reich το "Different Trains", μινιμαλιστικό έργο, το οποίο χωρίζεται σε τρία μέρη: Το πριν τον πόλεμο, στον πόλεμο και μετά τον πόλεμο και με αυτό τον τρόπο χωρίστηκαν και τα μέρη στη συναυλία.

Ο Steve Reich διαπερνάει, θα έλεγα με αυτά τα τρία μέρη τη συναυλία κι ενδιάμεσα υπάρχουν κάποια τραγούδια, πριν τον πόλεμο ακούγεται ο Kurt Weill, την ώρα που αρχίζει ο πόλεμος ακούγονται τα Yiddish και το τρίτο μέρος που είναι μετά τον πόλεμο, αλλά που όμως για 'μένα δεν υπάρχει περίοδος μετά τον πόλεμο, ο πόλεμος συνεχίζεται, αυτά που γινόντουσαν επαναλαμβάνονται.


Πολλοί με ρωτούν γιατί δεν καταπιάστηκα με σημερινή επικαιρότητα, όπως η Παλαιστίνη και τους εξηγώ ότι είναι εντελώς διαφορετικό θέμα. Το τότε είναι τότε και το τώρα είναι τώρα και όσοι χρησιμοποιούν το τότε για να δικαιολογήσουν το τώρα είναι απαράδεκτοι. Οπότε, αν μου βγει κάποια στιγμή να καταπιαστώ με την Παλαιστίνη θα το κάνω, αν όχι θα παραμείνω στα «τρένα» εκείνης της περιόδου.


Όπως επίσης η προσπάθεια μου δεν είναι να αναλύσω πολιτικά  το θέμα του τι έγινε τότε. Δεν έχω τα κότσια, μπορεί στη ζωή μου να έχω συμμετέχει σε εκδηλώσεις, αλλά είμαι μουσικός και η προσέγγιση και η κινητήριος δύναμη για το έργο μου είμαι ο πόνος και η αδικία, που βίωσαν οι άνθρωποι.

 


Θεωρείτε ότι οι καλλιτέχνες οφείλουν να είναι πολιτικοποιημένοι κι ευαισθητοποιημένοι στα θέματα, που απασχολούν τους πολίτες της χώρας στην οποία ζουν και να το περνούν μέσα από το έργο τους ή πρέπει απλά να έχουν μια ξεκάθαρη θέση για να ξέρει το κοινό το τι πρεσβεύουν ακριβώς;

Θεωρώ ότι τίποτα δεν πρέπει. Λειτουργεί, όπως αισθάνεται κανείς, αρκεί να είναι αυθεντικό αυτό που βγάζει προς τα έξω. Αν θέλει να πολιτικοποιήσει τη συναυλία του και το περιεχόμενο της συναυλίας του, είναι ελεύθερος να το κάνει. Αλλά δεν οφείλει, το εξωτερικεύει, αν αισθάνεται έτσι.

Βέβαια ο κάθε άνθρωπος είτε πει, είτε ετικετάρει, είτε όχι αυτό που είναι, η δουλειά του θα φανερώσει ακριβώς την πραγματικότητα. Αν κάποιος είναι εγωκεντρικός, εγωιστής, όλα φαίνονται στη δουλειά του και η προσωπικότητα του καλλιτέχνη εμφανίζεται σε ότι κάνει.

 


Είναι πιο δύσκολο να καταξιωθεί ένας καλλιτέχνης του χώρου σας στην Ελλάδα απ' ότι στο εξωτερικό;

Καταρχήν να σας πω ότι η πρόσβαση μου στο «Μέγαρο» ήταν πολύ δύσκολη κι επιτεύχθηκε κυρίως εξαιτίας της στήριξης από συγκεκριμένο πρόσωπο. Το «Μέγαρο» είναι λίγο συντηρητικό, δε μπορεί να υποστηρίξει και τόσο δουλειές, που βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό.

Αν και το συγκεκριμένο έργο, επειδή περιέχει κομμάτια, Mahler, Weill, Reich κτλ. δεν επιδεχόταν και τόσο αυτοσχεδιαστικά μέρη. Αυτοσχεδιασμός υπάρχει σε μια άρια του Puccini, από το "Madame Butterfly", όπου βρίσκω τη Fania Fenelon. Η Fania Fenelon ήταν σοπράνο και πιανίστρια σε καμπαρέ και το 1943 τη συλλαμβάνουν οι Γερμανοί, επειδή ήταν και στη γαλλική αντίσταση και τη στέλνουν στο στρατόπεδο του Άουσβιτς.

Την αναγκάζουν να μπει μέσα στην ορχήστρα, δυστυχώς οι Γερμανοί είχαν ορχήστρες και λέω δυστυχώς, επειδή πολλές φορές οι ορχήστρες έπαιζαν για να συνοδεύσουν τους πολιτικούς κρατούμενους, την ώρα που πήγαιναν στους θαλάμους αερίων. Επειδή λοιπόν κι εγώ είμαι τραγουδίστρια και πιανίστρια βρήκα τρομερή πρόκληση να ταυτιστώ με τη Fania Fenelon, την οποία οι Γερμανοί ανάγκαζαν να τραγουδάει, στην επίσημη ορχήστρα τους, για την ψυχαγωγία τους, τη συγκεκριμένη άρια. Οπότε στην παράσταση εγώ τραγουδάω με ένταση, σαν επιτιθέμενη στους ναζί που μ' αναγκάζουν να την τραγουδήσω.

Και μ' αυτό τον τρόπο παρεμβαίνω μουσικά, κάνω αυτό τον αυτοσχεδιασμό, όπου μπαίνουν διάφορες φωνές στην κανονική ροή της άριας.


 

Συμπεραίνω επομένως ότι υπάρχει έντονη δραματουργία.

Δεν θα το έλεγα. Είναι μια συναυλία, όχι μια παράσταση ή μια συναυλία- παράσταση αν το θέλετε. Παράλληλα με τη μουσική παίζει κι ένα φιλμ, που απεικονίζει τρένα της εποχής. Αν όχι αυτά τα τρένα, που ήταν εντελώς κλειστά, σίγουρα τρένα της περιόδου. Τη σκηνοθεσία όλης της συναυλίας έχει επιμεληθεί ο Νίκος ο Βεργίτσης, βραβευμένος σκηνοθέτης.


 

Πόσο εύκολο είναι να προωθήσετε τη δουλειά σας, στο ύφος που πρεσβεύετε;

Δύσκολο, πολύ δύσκολο για ανθρώπους, που επιλέγουν να είναι εκτός κυκλωμάτων, όπως εγώ. Υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί μουσικοί, που κάνουν πάρα πολύ πρωτοποριακές δουλειές, που δεν θα γίνουν ποτέ γνωστοί, επειδή δεν έχουν τον τρόπο να προωθήσουν τη δουλειά τους σε θέατρα και χώρους παραστάσεων και συναυλιών.


 

Στα πρώτα χρόνια της καριέρας σας, ασχοληθήκατε με το τραγούδι, επειδή αντιληφθήκατε το ταλέντο σας και το δουλέψατε, ή βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι να σας καθοδηγήσουν ως προς αυτό;

Μόνη μου θα έλεγα, επειδή και η μητέρα μου τραγουδούσε στην όπερα, τη θυμάμαι να τραγουδάει την Τραβιάτα, ή είχαμε παρακολουθήσει την Κάλλας να τραγουδάει στην Επίδαυρο τη Νόρμα, η οποία ήταν καταπληκτική και θυμάμαι ακόμα και τώρα τους ήχους, μου προκάλεσαν αυτές οι εντυπώσεις να αναπαράγω αυτά που άκουσα. Και όταν κάποια φορά μιμούμενη τη μητέρα, τραγουδούσα κάτι από αυτά που έλεγε, με άκουσε και είπε «Α, το παιδί έχει ταλέντο», οπότε θα έλεγα ότι αρχικά είχα ενθάρρυνση από τους γονείς μου.


Αλλά και αργότερα δεν θα έλεγα ότι ο κόσμος δεν ασχολήθηκε. Για κάποια χρόνια, που έζησα στη Γαλλία κι έκανα αυτοσχεδιασμούς, πέρα από τη σχολή jazz, που πήγαινα, τραγουδούσα στους δρόμους και είναι από τα καλύτερα πράγματα, που έχω κάνει. Δε το παίζω μποέμισσα, αλλά η αμεσότητα με τον κόσμο, το να μην υπάρχει σκηνή ήταν απίστευτη εμπειρία. Κάποια μέρα λοιπόν τραγουδούσα στο μετρό μια άρια τη "habanera" και σταματούσε όλος ο κόσμος και με άκουγε προσηλωμένος και πολύ σοβαρός.

Αυτό δε μου άρεσε, να τους βλέπω όλους με τόσο σοβαρή έκφραση κι εκείνη τη στιγμή το έσπασα αυτό κάνοντας διάφορες αστείες φωνές και περίεργους ήχους. Κάπως έτσι γεννήθηκε ένα καινούργιο είδος για 'μένα, που το ονόμασα «παρωδία». Με την παρωδία γίνεται η εξισορρόπηση του δραματικού με το κωμικό, κατά συνέπεια το τραγικό που ένιωθα, με το κωμικό που ήθελα να εξωτερικεύσω. Κάπως έτσι έφτασα να κάνω τον πρώτο μου δίσκο στην Ελλάδα, το "La Saradua", που είναι ολόκληρος αποτελούμενος από αυτοσχεδιασμούς σε γνωστές άριες.

Άρα η πρώτη ενθάρρυνση προήλθε από τον κόσμο, που με άκουγε στο δρόμο.

Μ' έχουν στηρίξει με τον τρόπο τους κι Έλληνες μουσικοί. Τον πρώτο μου δίσκο τον έβγαλα στο Σείριο, όσο ήταν εν ζωή ο Μάνος ο Χατζιδάκις κι από εκεί άκουσαν τη μουσική κι άλλοι μουσικοί, όπως ο Νίκος ο Κηπουργός και ο Γιώργος ο Κουρουπός, ο οποίος μ' έχει στηρίξει πολύ μέχρι σήμερα.

Με είχε επιλέξει για την «Ηλέκτρα», όπου θα ανέβαζε, όταν είχε πρωτοανοίξει το Μέγαρο. Κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό, όμως εγώ ήμουν πολύ νέα σε ηλικία και για κάποιο λόγο αρρώστησα, φοβήθηκα, όταν μου το πρότεινε, ήθελα  να φύγω έξω και τελικά δε συνεργαστήκαμε. Επίσης και ο Δημήτρης ο Μαραγκόπουλος με στήριξε. Έχω πάρει κι ένα κρατικό βραβείο το 2003 για τη μελοποίηση των γραμμάτων της Καλάμιτυ Τζέην.


 

Έχοντας ζήσει και σε άλλες χώρες θα λέγατε ότι η Ελλάδα είναι ένας τόπος, που πάντα θα επιστρέφετε, είναι ο χώρος από τον οποίο προέρχεστε, που ιδανικά θα ζούσατε;

Η Ελλάδα δεν είναι η χώρα που επιλέγω να ζω, για πολλές χώρες νιώθω πως θα μπορούσαν να είναι πατρίδες μου. Πάντα νιώθω ότι θέλω να φύγω, παρόλο που μεγαλώνουμε και θα πρέπει να στεριώσουμε, λένε, αλλά εγώ είμαι ένας άνθρωπος, που πάντα μέσα μου νιώθω ότι θέλω να φεύγω.

Η πατρίδα δεν έχει σχέση για 'μένα με την καταγωγή μου, το πού γεννήθηκα, έχει σχέση με τα βιώματα μου, τους φίλους μου, τους ανθρώπους που αγαπώ. Μπορώ να αγαπήσω κάθε τι σε κάθε χώρα, αρκεί να είναι όμορφο και στην ουσία δε μπορώ να στεριώσω.

--------------------


Με επιρροές από τη Janis Joplin, ως προς τα τραχιά σημεία της φωνής, που προσπαθεί να βγάλει στο τραγούδι της, αλλά εγώ θα τολμούσα να συμπληρώσω και ως προς τη rock περσόνα, εντυπωσιάζει όχι μόνο με τις φωνητικές της ικανότητες, που ακροβατούν σε 4 οκτάβες, αλλά και με την ασυμβίβαστη προσωπικότητα της, που επιβάλλεται στο χώρο, καθώς και την ευαισθησία στην ανθρώπινο πόνο, την αδικία και το δικαίωμα στη διαφορετικότητα.

 

Μαρίκα Κλαμπατσέα Σοπράνο
Σωκράτης Άνθης Τρομπέτα
Ηρακλής Βαβάτσικας Ακορντεόν
Νίκος Τσαλίκης Πιάνο

Συμμετέχει Κουαρτέτο Εγχόρδων:
Gennadiy Bykov Βιολί
Florenc Sulkuqi Βιολί
Matasaru Laurentiu Βιόλα
Ευγένιος Μπένσης Βιολοντσέλο


Ενορχήστρωση: Νίκος Χαριζάνος
Σκηνοθεσία: Νίκος Βεργίτσης
Σχεδιασμός ήχου: Liviu Zainea
Βίντεο: Παναγιώτης Τσάγκας

 

Info: 4 Μαίου 2012 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Ώρα: 22:00

Εισιτήρια: Φοιτητικά  6€,  Α Ζώνη 25€,  Β Ζώνη: € 15

 

Φωτογραφίες συνέντευξης: Θοδωρής Μάρκου

 

Υρώ Ανδρέου